Μέλος της Έ.ΔΗ.Π.Η.Τ Μακεδονίας - Θράκης
Κάθε φορά που ο ορίζοντας σκοτεινιάζει από τους καπνούς και η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική, η σκέψη μας επιστρέφει στους ίδιους εφιάλτες. Τις τελευταίες ημέρες, παρακολουθούμε ξανά με σφιγμένο το στομάχι τις πύρινες λαίλαπες να καταστρέφουν δάση, περιουσίες και το μέλλον αυτού του τόπου.
Είτε πρόκειται για τη μεγάλη καταστροφή στη Βοιωτία και τη Δυτική Αττική, όπου η επίσημη έρευνα έδειξε ως αιτία τους σπινθήρες από το δίκτυο μεταφοράς ανεμογεννητριών, είτε για τις εστίες δίπλα στην πόρτα μας, η τραγωδία έχει πάντα ονοματεπώνυμο και αιτία.
Από την πυρκαγιά στο Δερβένι που επεκτάθηκε δραματικά προς τη Λητή και το Ωραιόκαστρο, μέχρι τις φωτιές στο Καλοχώρι από 70χρονο άνδρα ο οποίος προσπαθούσε να κάψει σφήκες καίγοντας χαρτί σε αγροτεμάχιο, στο Ωραιόκαστρο από σπινθήρες οχήματος στο «σημείο μηδέν», αλλά και τις διάσπαρτες εστίες σε ρεματιές και ξερά χόρτα στα Κουφάλια, γινόμαστε μάρτυρες της ίδιας τραγικής πραγματικότητας.
Η καταστροφή γεννιέται είτε από την εγκληματική αμέλεια του καθενός μας είτε από τις συστημικές αστοχίες της «ανάπτυξης». Κι ενώ οι δικαιολογίες εναλλάσσονται, η ουσία παραμένει η ίδια, μια αμείλικτη υπενθύμιση των παθογενειών μας.
Η πύρινη λαίλαπα δεν άφησε πίσω της μόνο καμένα δέντρα. Άφησε κατεστραμμένα οικοσυστήματα, ζώα που δεν πρόλαβαν να σωθούν, φωλιές που χάθηκαν, καλλιέργειες δεκαετιών που έγιναν αποκαΐδια και έναν ολόκληρο φυσικό πλούτο που χρειάστηκε πολλές γενιές για να δημιουργηθεί. Εκεί όπου άλλοτε κυριαρχούσε το πράσινο, τώρα κυριαρχεί η σιωπή.
Σε αυτές τις στιγμές συλλογικής θλίψης και οργής, αναδύονται αυτόματα στη μνήμη οι στίχοι που έγραψε το 1993 ο Τζίμης Πανούσης:
«Καίω τα δέντρα, χτίζω μεζονέτες,
θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες.
Σ' ένα κλουβί-γραφείο σαν αγρίμι
παίζω ατέλειωτο, βουβό, ταξίμι...»
Περισσότερο από τρεις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του «Νεοέλληνα» στο άλμπουμ «Προσεχώς Βουλγάρες», η καυστική σάτιρα του Πανούση έχει πάψει προ πολλού να φαντάζει ως υπερβολή. Έχει μετατραπεί σε μια ψυχρή, φωτογραφική αποτύπωση της πραγματικότητας.
Από τις μεζονέτες στις ανεμογεννήτριες:
Η εξέλιξη της ίδιας νοοτροπίας
Ο στίχος «καίω τα δέντρα, χτίζω μεζονέτες» δεν περιγράφει απλώς την εγκληματική αδιαφορία ή την παραδοσιακή απληστία της τσιμεντοποίησης. Συμπυκνώνει μια ολόκληρη κουλτούρα ευκαιριακής «ανάπτυξης», όπου το φυσικό περιβάλλον αντιμετωρίζεται ως αναλώσιμο υλικό και το πρόσκαιρο ατομικό ή επιχειρηματικό όφελος τοποθετείται πάνω από το κοινό καλό.
Οι πύρινες λαίλαπες των τελευταίων ημερών δεν καίνε απλώς εκτάσεις πρασίνου· αφήνουν πίσω τους γυμνή την υποκρισία μιας κοινωνίας που συνεχίζει να βαφτίζει «ανάπτυξη» και «πρόοδο» την καταστροφή της φύσης. Μιας αυταπάτης που άλλοτε ντύνεται με το ένδυμα των τσιμεντένιων μεζονετών και των αυθαιρέτων στο δάσος, και άλλοτε με τη βιομηχανική κάλυψη των γιγαντιαίων ανεμογεννητριών και των «πράσινων» επενδύσεων πάνω στις στάχτες.
Η αλλοτρίωση του σύγχρονου πολίτη
Παράλληλα, ο εγκλωβισμός «σ' ένα κλουβί-γραφείο» και το «ατέλειωτο, βουβό ταξίμι» αναδεικνύουν τη βαθιά αστική αποξένωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος, παγιδευμένος στους εξοντωτικούς ρυθμούς της επιβίωσης, καταπιέζει την οργή του και παρακολουθεί αμέτοχος, σαν απλός θεατής πίσω από μια οθόνη, την καταστροφή που συντελείται γύρω του.
Αυτή η παραίτηση περνάει σταδιακά και στις επόμενες γενιές («θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες»), εκπαιδεύοντάς τες να θεωρούν φυσιολογική την απώλεια του φυσικού πλούτου και την αντικατάστασή του από τεχνητές, βιομηχανικές κατασκευές.
Ώρα για αυτοκριτική και δράση
Ο «Νεοέλληνας» του Τζίμη Πανούση δεν ήταν μια ευκαιριακή σάτιρα της δεκαετίας του '90, αλλά μια προφητική ακτινογραφία. Μας άφησε έναν αμείλικτο καθρέφτη, στον οποίο αποτυπώνεται η δική μας ανοχή, η δική μας παραίτηση και η ευκολία με την οποία συνηθίζουμε το τραγικό. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται πλέον ενώπιόν μας είναι αμείλικτο: θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε αμέτοχοι τις εξελίξεις, εγκλωβισμένοι στο «βουβό ταξίμι» της ατομικής μας βολής, ή θα αποφασίσουμε επιτέλους να διεκδικήσουμε την ουσιαστική προστασία του φυσικού μας πλούτου; Όσο η αδράνεια επικρατεί, τόσο η στάχτη και το τσιμέντο θα εκτοπίζουν το πράσινο, ορίζοντας το μόνιμο τοπίο του μέλλοντός μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου